Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Τουρκική επιθετικότητα και Ελληνική στρατηγική ισχύος


Ελευθέριος Τζιόλας

H παρόξυνση της τουρκικής προκλητικότητας στο Αιγαίο, η κλιμακούμενη απειλή και τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας που θέτει δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενα συζητήσεων σαν όλες αυτές που γίνονται σε καθημερινή βάση, είτε στα media, είτε στα καφενεία.

Η ελαστική στάση, ο διάχυτος πεσιμισμός, ο μικρόψυχος ατομισμός και η διάχυτη διάθεση κουτσομπολιού που εν πολλοίς διαμορφώνουν την τρέχουσα αντίληψη, αλλά και την πραγματική, ευρύτερη συνείδηση αποτελούν τους χείριστους παράγοντες για την σοβαρή, συγκροτημένη και σθεναρή αντιμετώπιση όλου αυτού του πλέγματος των εθνικών ζητημάτων. Η ελληνική κοινωνία μπορεί να βρεθεί μπροστά σε ένα «εθνικό σοκ». Όχι γιατί κάποια κέντρα δεν αξιολόγησαν σωστά την τουρκική επιθετικότητα και τους στόχους της, -αυτό μπορεί να έχει γίνει (και ορισμένες δυνάμεις το κάνουν με επιμονή και ευθύνη)-, αλλά γιατί η συνείδηση, το λεγόμενο στις κρίσιμες αυτές περιστάσεις «φρόνημα», δεν έχει αναπτυχθεί, δεν υπάρχει στην πράξη, ως σκέψη, ως στάση, ως βάθος υποστήριξης της πατρίδας και των δυνάμεών της που, ίσως, και αν, βρεθούν στην πρώτη γραμμή. Ερντογάν, Τουρκία, Αιγαίο: ο τυχοδιωκτισμός μπορεί να φέρει ανατροπή.

Ο Τ. Ερντογάν βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Χωρίς την παλιότερη ισχύ και το αδιαμφισβήτητο κύρος του, ηγείται ενός κράτους με βαθιά ρήγματα και αντιφάσεις, και μιας κοινωνίας με πολλαπλούς εσωτερικούς διχασμούς. Το παλιότερο προφίλ του εκσυγχρονιστή -μεταρρυθμιστή και του οικονομικού δυναμικού μεταμορφωτή έχει ξεθωριάζει, η εικόνα της χώρας του και ο δυναμισμός της οικονομίας της καταρρέει. Τα ισχυρά αυτά στοιχεία, δεν ήταν μόνο στοιχεία ηγεμονίας εντός της Τουρκίας, αλλά και ηγετικής επιρροής σε χώρες της Μ. Ανατολής (φιλικών, ουδέτερων ακόμα και εχθρικών) ακόμα και της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό, ότι, τώρα, οι περισσότεροι, κι όχι μόνο Ευρωπαίοι, μιλούν για το «πρόβλημα Ερντογάν».

Το στοίχημα Ερντογάν στο δημοψήφισμα του Απριλίου, δεν είναι ένα στοίχημα για την προοδευτική ώθηση της Τουρκίας, για την αναπτυξιακή και εκσυγχρονιστική της προοπτική. Είναι, κυρίως, ένα στοίχημα προσωπικό, του Ερντογάν. Ένα στοίχημα για την απολυταρχία του. Δεν φέρνει ένα βαθύτερο κοινωνικό μήνυμα, ακόμα και για τα κείνα τα στρώματα, σχετικής καθυστέρησης και ισλαμικού θρησκευτικού προσανατολισμού, που αποτέλεσαν την ευρεία κοινωνική του βάση και τμήματά τους εμφανίσθηκαν στους δρόμους των μεγάλων πόλεων ως ασπίδα του στο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016. Για τους λόγους αυτούς δεν συγκινεί, δεν συσπειρώνει, δεν κινητοποιεί. Ο Ερντογάν αισθανόμενος την σταδιακή κοινωνική του απογύμνωση, μετατρέπεται σε ηγέτη με εντονότερα και προκλητικότερα τα αυταρχικά στοιχεία, τα οποία ιστορικά, έτσι κι αλλιώς, ενδημούν στην Τουρκία και η κοινωνία της τα ανέχεται. Αλλά, δυναμική που να εκφράζεται και να εκπροσωπείται από τον Ερντογάν δεν υπάρχει, πλέον. Μετά, μάλιστα, τα φοβερά πογκρόμ στο κράτος, στη δικαιοσύνη, στη διοίκηση, στην παιδεία, και με σαρωτικές διαστάσεις στο Στρατό, υποστήριξη με τη θετική έννοια, με συμμετοχή και ενεργή συναίνεση δεν υφίσταται. Διοικητικά, κινούνται τα πράγματα και οι υποθέσεις. Με την επαναφορά του σοβινιστικού λόγου και της επιθετικότητας, γνώριμη συνταγή των πλέον καθυστερημένων και αντιδραστικών κύκλων, επιχειρείται να καλυφθεί το ολοφάνερο κενό που αναφέρθηκε, κι όχι μόνο εν όψει του δημοψηφίσματος. Δηλαδή, υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο, ο Ερντογάν και οι δυνάμεις που τον ακολουθούν να μεταβάλουν την ατζέντα τους, μετατρέποντάς -την σε εθνικιστική-ισλαμιστική, μετακινούμενοι σε συνεργασίες προς αντίστοιχα πολιτικά και κοινωνικά τμήματα (τα ανοίγματα με τους «Γκρίζους Λύκους», η γραμμή εξόντωσης των Κούρδων κλπ). Ο Ερντογάν αναζητεί το νέο σημείο σύνθεσης και ισορροπίας, χωρίς μέχρι τώρα να το έχει βρεί. Γεγονός που γεννά, σε συνθήκες πολύπλευρων πιέσεών του, μια ροπή προς τον τυχοδιωκτισμό. Η μη ύπαρξη εναλλακτικής λύσης δεν μπορεί να τον κάνει να επιχαίρει. Περισσότερο, αναδεικνύει το ενδεχόμενο μιας χαοτικής κατάστασης στην Τουρκία που μπορεί και να επέλθει… 


Αυτές οι συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά τον τουρκικό στρατό. Ο τούρκικος στρατός είχε διαχρονικά την αποδοχή και υποστήριξη της τουρκικής κοινωνίας, ενώ, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του, όχι μόνο εγγυητή της Τουρκίας, αλλά και εγγυητή του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Τίποτα από τα δύο τελευταία δεν ισχύει, πλέον. Ιδιαίτερα μετά τις ταπεινωτικές, σχεδόν εξευτελιστικές, εικόνες κατά το πραξικόπημα και μετά από αυτό, σε βάρος αξιωματικών και του στρατιωτικού προσωπικού, μετά την στελεχιακή απογύμνωση του στρατού όχι μόνο επιχειρησιακή, αλλά και από δυναμικό που εμφορούνταν από τις ιδέες του στρατού-εγγυητή, ο τουρκικός στρατός όντας μακριά από τους σύγχρονους, υψηλής επαγγελματικής στάθμης στρατούς, παρά τα τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα, αναζητεί μέσα σ΄ένα ασταθές, γκρίζο τοπίο το ρόλο και τη θέση του! Βιώνει ένα κρίσιμο αδιέξοδο στη Συρία, με μηδενικά αποτελέσματα και τεράστιο κόστος, δίνει έναν αβέβαιο εσωτερικό και μεθοριακό πόλεμο χωρίς καμία σοβαρή, μόνιμη επιτυχία με του Κούρδους, αναδιπλώνεται σε κάθε αερομαχία στο Αιγαίο και αισθάνεται τη ματαιότητα του «ψεύτικου τσαμπουκά» περιπλέοντας τις βραχονησίδες, όπου όχι το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, αλλά το ελληνικό Λιμενικό τους υποχρεώνει να συμπεριφέρονται σωστά. 

Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε κυρίως δύναμη εσωτερικής σταθερότητας και ο Ερντογάν επιζητώντας να δομήσει το δικό του εσωτερικό απολυταρχικό καθεστώς, αφαιρεί από τους στρατιωτικούς τον δικό τους ρόλο, χωρίς να τους αναθέτει κάποιον άλλο σύμφωνα με τις ιστορικές τους παρακαταθήκες και προδιαγραφές. Η προκλητικότητα στο Αιγαίο, υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί σε πιθανή τυχοδιωκτική εμπλοκή, ή ακόμα και σε »ατύχημα» λόγω άγνοιας κινδύνου, εκ μέρους των τουρκικών δυνάμεων να έχει τραγικές εξελίξεις για την Τουρκία, και στο μέτωπο αναμέτρησης και στο εσωτερικό της. Οι ψυχραιμότεροι, και εντός Τουρκίας, αλλά κυρίως εκτός της Τουρκίας (σε συμμαχικά και διεθνή κέντρα), το αντιλαμβάνονται και κρατούν στάση υπευθυνότητας και ετοιμότητας. Ελλάδα, συμμαχίες και πατριωτισμός: είναι μια νέα εποχή δυνατή;

Η Ελλάδα συμμετέχει σε όλους τους σημαντικούς, διεθνείς, πολιτικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς και συμμαχίες (Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΟΗΕ). Πρέπει να αντιληφθούν οι κρατούντες, ότι στην εξελισσόμενη μακρά περίοδο κρίσεων και αναταράξεων, η ενεργή συμμετοχή σ’ αυτούς και η αξιοποίηση δραστήρια και συνεχώς, ιδιαίτερα για τα προκαλούμενα από τον τουρκικό επεκτατισμό ζητήματα, κάθε δικαιώματος της Ελλάδας, ως χώρας- μέλους τους, σχετίζεται καθοριστικά με την ασφάλειά της, με την αποτροπή κάθε τυχοδιωκτικής επιθετικότητας, και την διατήρηση της ειρήνης. Η Ε.Ε. έχει δεσμεύσει την Τουρκία, από το Ελσίνκι 1999, μετά από σκληρή ελληνική διαπραγμάτευση ότι η διατήρηση του τίτλου ως υπό ένταξη μέλους στην Ε.Ε. συμβαδίζει με την προσφυγή της στη Χάγη για τα ζητήματα που δεν έχουν διευθετηθεί και ρυθμισθεί από ισχύουσες Συμβάσεις, ή από το Διεθνές Δίκαιο (δηλαδή, για την υφαλοκρηπίδα). Επίσης, η Ε.Ε., παρά την αμφίσημη ορισμένες φορές γραμμή της, ιδιαίτερα σε θέματα εσωτερικών της πιέσεων , όπως το »προσφυγικό», αντιλαμβάνεται ότι πιθανή ένδειξη αδυναμίας της στα ανατολικά της »σύνορα» θα οδηγούσε σε αλυσιδωτή αστάθεια, σε περίοδο πολλαπλών προκλήσεων και πολλών άλλων ανοιχτών της μετώπων.

Το ΝΑΤΟ, ήδη βρίσκεται στην περιοχή, στα πλαίσια της συμφωνίας για το προσφυγικό, και έμμεσα, και δίχως τυμπανοκρουσίες, μπορεί, με τους αναγκαίους καλούς και ευφυείς ελληνικούς χειρισμούς να βάλει στη θέση του τον »ταραξία». Οι ευκαιρίες (άλλες υπάρχουν, κι άλλες οφείλουν να δημιουργούνται) πρέπει να αξιοποιούνται άγρυπνα και σταθερά προς την κατεύθυνση της δικαίωσης της Ελλάδας έναντι της απειλής και της προκλητικότητας. Αντί για δηλώσεις εσωτερικής κατανάλωσης ο υπουργός Άμυνας, που, ασφαλώς, δεν χαίρει και της υψηλότερης εκτίμησης και στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, θα έπρεπε ανάλογα να σχεδιάσει τη γραμμή του στο πρόσφατο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ και γενικότερα στις δομές της Συμμαχίας.

Ο άξονας Ελλάδα- Κύπρος- Ισραήλ -Αίγυπτος μπορεί να μετασχηματισθεί, και πέρα από τα κοινού και ευρωπαϊκού συμφέροντος ενεργειακά θέματα, και να βαθύνει προσλαμβάνοντας και αμυντικό χαρακτήρα. Δίνοντας για το σύνολο της περιοχής έναν άξονα-πλαίσιο ισχύος και σταθερότητας, εξουδετερώνοντας τη θέση και τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή, διαμορφώνοντας κυριολεκτικά νέα δεδομένα. Την περίοδο του Α. Παπανδρέου και αρκετό διάστημα μετά, ουσιαστικά μέχρι την ανατροπή των μπααθικών και αραβοεθνικών καθεστώτων, -δηλαδή, μέχρι την ανατροπή Σαντάμ, Καντάφι, Μουμπάρακ-, η θέση της Ελλάδας ήταν ισχυρή και αναβαθμισμένη, με τον πρόεδρο Χ. Άσσαντ (πατέρα του σημερινού της Συρίας), να δηλώνει ότι »επίθεση εναντίον της Ελλάδας ισοδυναμεί με επίθεση εναντίον της Συρίας». Με την δραστική αλλαγή των δεδομένων και των ισορροπιών στην περιοχή, απαιτείται μια νέα στρατηγική που θα ενισχύει και θα αναβαθμίζει την Ελλάδα και θα εξασφαλίζει την ειρήνη και σταθερότητα. Ο άξονας Ελλάδα- Κύπρος- Ισραήλ -Αίγυπτος, και σαν ειδικότερη σχέση -πλαίσιο μπορεί να γίνει ευνοϊκά δεκτή κι από όλους τους Συμμαχικούς και Διεθνείς θεσμούς, βλέποντας ότι ο άξονας αυτός, σε κάθε περίπτωση θα έχει εναλλακτική δυναμική και υψηλό κύρος.

Ο κομβικός παράγοντας σε όλα αυτά, το σημείο-κλειδί, είναι η ίδια η Ελλάδα: η πολιτική της ηγεσία, οι κοινωνικές της δυνάμεις, ο Ελληνισμός, και, μιλώντας, για την Άμυνα, οι δυνάμεις του στρατού. Και στα τέσσερα αυτά μέτωπα απαιτείται μια ανάλογη πολιτική εθνικού-πατριωτικού χαρακτήρα για την ενδυνάμωση και την εμβάθυνση τους, με σταθερό προσανατολισμό και αφοσίωση.

Πατρίδα: για σήμερα και το Αύριο.
Εξάλλου, από τη στιγμή, που τα μεγάλα κοινωνικά σχέδια (των μεγάλων ανατροπών και των βαθιών αλλαγών) δεν διαθέτουν ευνοϊκό περιβάλλον διεθνές ή περιφερειακών ζωνών, ούτε υπαρκτές εν ενεργεία στρατηγικές, ούτε συγκροτημένες δυνάμεις, ο ρεαλισμός, από τη μια, της ασφάλειας της Πατρίδας (ως έθνους και ζώσας κοινωνίας, και ταυτόχρονα, ως βάσης στρατηγικής δράσης), κι από την άλλη, της πορείας της σε προοδευτικές συμπράξεις με παρουσία και πρωτοβουλίες καθίσταται κυρίαρχη επιλογή.

Για μας, η πατρίδα δεν είναι μόνο ο τόπος μας, η ιστορία, η γλώσσα, οι αγωνιστικές της παραδόσεις, οι πανανθρώπινες αξίες της και ο οικουμενικός της ρόλος. Είναι και η στρατηγική μας βάση για να ζουν, να καλλιεργούνται και να αναπτύσσονται τα όνειρα και οι πρωτοβουλίες για το αύριο και το δικό μας και όσο μπορούμε, μαζί με τους άλλους προοδευτικούς ανθρώπους, όλης της ανθρωπότητας.

Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 5 Μαρτίου 2017


https://makthes.gr